natural-gas-extraction

H EE σε ενεργειακό σταυροδρόμι

konstantinos_filis

Dr Κωνταντίνος Φίλης

Η αγορά επιζητά αξιοπιστία, προβλεψιμότητα και το δυνατόν μικρότερες επισφάλειες. Με την απεξάρτηση των ΗΠΑ από τους ενεργειακούς πόρους τρίτων χωρών, η Ευρώπη θα δεχτεί, ως προμηθευόμενη, ισχυρό ανταγωνισμό από την Ασία, γεγονός που σε συνάρτηση με τη σημαντική αύξηση του ποσοστού των εισαγωγών τόσο σε πετρέλαιο (περί το 90%) όσο και σε φυσικό αέριο (κοντά στο 85%) σε δύο δεκαετίες από σήμερα, δημιουργεί δυσοίωνες προοπτικές για τη διαπραγμευτική θέση των Βρυξελλών.

του Δρ. Κωνσταντίνου Φίλη, Διευθυντή Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων


Μιλώντας για ασφάλεια τροφοδοσίας στην Ευρώπη, αναφερόμαστε κύρια στην τιμολόγηση, τη διαφοροποίηση προμηθευτών και οδεύσεων, την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, τους περιορισμούς των εξαρτήσεων και τέλος την περιβαλλοντική προστασία. Με εξαίρεση το τελευταίο τα παραπάνω είναι αλληλένδετα. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο, με διαστάσεις εθνικής κυριαρχίας και συμφερόντων.

“Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο, με διαστάσεις εθνικής κυριαρχίας και συμφερόντων.”

Γίνεται αντιληπτή η δυσκολία συγκερασμού των θέσεων 28 κρατών-μελών, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις έχουν διιστάμενα συμφέροντα, που ορίζονται από τη θέση τους στον ενεργειακό χάρτη. Επί παραδείγματι, αλλιώς το προσεγγίζει η Αυστρία, ως πανευρωπαϊκός κόμβος υποδοχής αερίου και ώριμη αγορά και αλλιώς η Ελλάδα και η Βουλγαρία, που είναι αποκομμένες και πληρώνουν ακριβότερα. Άλλη είναι η άποψη της Πολωνίας για τη δεσπόζουσα θέση της Ρωσίας και διαφορετική της Ιταλίας, που αποτελεί από τους καλύτερους πελάτες της Μόσχας.

Πάντως, οι επιλογές τροφοδοσίας της Γηραιάς Ηπείρου επαναπροσδιορίζονται εσχάτως, λόγω της διαφαινόμενης απεμπλοκής του Ιράν από το καθεστώς κυρώσεων. Παράλληλα, αναδύονται περιπτώσεις χαμηλότερου, εντούτοις, διαμετρήματος (Αζερμπαϊτζάν, ανατολική Μεσόγειος) και μεγαλύτερου ρίσκου (Ιράκ), ενώ καλλιεργούνται προσδοκίες γύρω από το LNG (υγροποιημένο) και το σχιστολιθικό.

“Παράλληλα, αναδύονται περιπτώσεις χαμηλότερου, εντούτοις, διαμετρήματος (Αζερμπαϊτζάν, ανατολική Μεσόγειος) και μεγαλύτερου ρίσκου (Ιράκ), ενώ καλλιεργούνται προσδοκίες γύρω από το LNG (υγροποιημένο) και το σχιστολιθικό.”

Αναφορικά με το υγροποιημένο, πολλά θα εξαρτηθούν από την εκμετάλλευση νέων πεδίων σε σχέση με τη ζήτηση καθώς και τη διάρκεια διατήρησης της τιμής σε ελκυστικά επίπεδα. Για το σχιστολιθικό, δεν επιβεβαιώνονται προσώρας οι εκτιμήσεις για «κατακλυσμό» της ευρωπαϊκής αγοράς με τεράστιες ποσότητες σε ανταγωνιστικές τιμές, πέραν του ασύμφορου δημιουργίας νέων projects, όσο η τιμή πετρελαίου θα παραμένει κάτω από 60-65$.

Το Ιράν αποτελεί μία ιδιάζουσα περίπτωση, στην οποία μπορούμε μεν να ποντάρουμε, χωρίς, όμως, εγγύηση επιτυχίας, παρά τις αξιοσημείωτες δυνατότητές του. Ήδη η Τεχεράνη δραστηριοποιείται στην πιο προσοδοφόρα και διψασμένη αγορά της Ασίας, αν και γεωπολιτικά, η ευθυγράμμιση με την Ευρώπη την ελκύει σοβαρά, ως δυνάμει κατοχύρωση έναντι της Δύσης και άλλων περιφερειακών κινδύνων. Ωστόσο, ανακύπτουν ζητήματα προς διερεύνηση, αν όχι προβληματισμό, όπως

  1. η μετεξέλιξη της απρόβλεπτης και ορισμένες φορές ανεύθυνης Τουρκίας σε καταλυτικό για τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ένωσης κόμβο μεταφοράς, καθότι θα χρησιμοποιηθεί υποχρεωτικά η επικράτεια της για την διοχέτευση στη Γηραιά Ήπειρο,
  2. η πιθανή πρόθεση του Ιράν να συνάψει μακροχρόνια συμβόλαια κόντρα στις τάσεις της εποχής, όπου δεν υπερβαίνουν την πενταετία και
  3. η προσιτότητα της τιμής συνδυαστικά με τις διατειθέμενες ποσότητες.

Ο προσανατολισμός της Τεχεράνης προς μεγάλες αγορές και η συμπλήρωση των διαρκώς αυξανόμενων αναγκών της εγχώριας, απομειώνουν το διαθέσιμο αέριο, στοιχείο που, σε συνάρτηση με αναμενόμενο κενό προσφοράς-ζήτησης στην Ευρώπη σε ορίζοντα δεκαετίας, σημαίνει πως δημιουργείται μεν μία σημαντικότατη εναλλακτική τροφοδοσίας, αλλά δεν επαρκεί εξίσου και για τη συμπλήρωση επιπρόσθετων απωλειών από τωρινές πηγές, πέραν της Βόρειας Θάλασσας.

Ως προς τον κύριο προμηθευτή μας, τη Ρωσία, είναι αυτονόητο πως οφείλουμε να αποκαταστήσουμε ένα στοιχειώδες κλίμα εμπιστοσύνης. Η έντονη πολιτικοποίηση της ενέργειας παράγει αχρείαστες αβεβαιότητες για δύο εταίρους, των οποίων η εκατέρωθεν χρησιμότητα είναι δεδομένη. Αρκεί να παρακολουθήσουμε τις διεργασίες σε επιχειρηματικό επίπεδο για να διαπιστώσουμε πως για το προβλεπτό μέλλον η Μόσχα, παρά τις αναταράξεις, θα διατηρήσει τη δεσπόζουσα θέση της.  Σε αυτό, λοιπόν, το πλαίσιο, θα προκύψουν αμοιβαίοι συμβιβασμοί. Η Ρωσία θα μειώσει περαιτέρω τις εξαγωγές μέσω Ουκρανίας, αλλά, έχοντας επενδύσει τεράστια κεφάλαια στο εν λόγω δίκτυο, δύσκολα θα θελήσει να το αδρανοποιήσει.

“Η Ρωσία θα μειώσει περαιτέρω τις εξαγωγές μέσω Ουκρανίας, αλλά, έχοντας επενδύσει τεράστια κεφάλαια στο εν λόγω δίκτυο, δύσκολα θα θελήσει να το αδρανοποιήσει.”

Η ΕΕ, από την άλλη, ναι μεν δεν θα αφήσει «έκθετο» το Κίεβο, εντούτοις, θα αποδεχθεί, κατά τα φαινόμενα, τη διάθεση ρωσικών ποσοτήτων από νέες οδεύσεις.

Σήμερα, σε πρώτο πλάνο και με σημαντικές πιθανότητες ευδοκίμησης βρίσκεται η επέκταση του Nord Stream, με το κύριο πλεονέκτημα να συνίσταται στην άμεση τροφοδοσία της ώριμης και διασυνδεδεμένης αγοράς της Κεντρικής Ευρώπης. Πάντως, η νότια παράκαμψη της Ουκρανίας, που θα συμπεριλαμβάνει και τη χώρα μας, παραμένει –εμφανώς υποτονικότερα συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν- στο τραπέζι, παρά τις μεγαλύτερες πολυπλοκότητες, καθότι προσφέρει διαμετακομιστικό πλουραλισμό, με την κατεύθυνση στην Ιταλία να καθίσταται μονόδρομος, μέσω της αναβίωσης του IGI (Interconnector Greece-Italy) και του αδειoδοτημένου σχεδίου του υποθαλλάσιου αγωγού Ποσειδώνα. Η προοπτική της βόρειας διακλάδωσης μέσω FYROM και Σερβίας φθίνει προϊόντος του χρόνου για μία σειρά από λόγους.

Συμπερασματικά, η γραφειοκρατική και δυσκίνητη πολλές φορές Ευρώπη οφείλει να κινηθεί με ταχύτητα, μεθοδικότητα, σχέδιο, υπερβαίνοντας στερεότυπα και αποφεύγοντας πειραματισμούς ώστε να διασφαλίσει στους πολίτες όλων των κρατών-μελών απρόσκοπτη πρόσβαση στα ενεργειακά αγαθά, καθώς και ανταγωνιστικές τιμές για νοικοκυριά και βιομηχανία, μέσω μίας ουσιαστικής –και όχι στα λόγια- ολοκλήρωσης της ενοποίησης της ευρωπαϊκής αγοράς.


*O Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων

Διορίστηκε το 2004 και παραμένει μέχρι σήμερα Επικεφαλής του Τομέα Ρωσίας-Ευρασίας & ΝΑ Ευρώπης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Εκλέχθηκε Ανώτερο Συνεργαζόμενο Μέλος (SAM) στο St. Antony’s College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (2007-2009) και παράλληλα υπήρξε Μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου του Ερευνητικού Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών και Αμερικανικών Σπουδών. Εν συνεχεία, αναλαμβάνει ερευνητής στο Κέντρο Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης (SEESOX) του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (2008 – 2010). Σε αυτό το διάστημα ολοκληρώνει κύκλο αναλύσεων και διαλέξεων, με έμφαση στο ρόλο της Ρωσίας στην ΝΑ Ευρώπη, καθώς και γύρω από ζητήματα γεωπολιτικής της ενέργειας. Ενδιάμεσα τοποθετείται Επιστημονικός Διευθυντής στο Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών (2009-2010). Τον Ιούλιο του 2012 διορίστηκε από το ΔΣ του ΙΔΙΣ, Διευθυντής Ερευνητικών Προγραμμάτων του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Πάντειου Πανεπιστημίου. Διετέλεσε υπεύθυνος του προγράμματος Jean Monnet για την Εξωτερική Πολιτική της Ε.Ε. (2013 – 2014) και Διευθυντής Ομάδας Διoίκησης Έργου του Υπουργείου Ενέργειας με έμφαση στην ενεργειακή διπλωματία (2013-2015).

Είναι διαλέκτης της Σχολής Διοίκησης Επιτελών Πολεμικού Ναυτικού και διδάσκει ως εξωτερικός συνεργάτης σε μεταπτυχιακά προγράμματα του Παντείου και του Πανεπιστημίου Πειραιά. Είναι συνεκδότης βιβλίου-τόμου για τη Ρωσία και συγγραφέας σειράς άρθρων για βιβλία και επιστημονικά περιοδικά. Συμμετέχει στο δημόσιο διάλογο με τακτικές παρεμβάσεις και αρθρογραφεί στην Καθημερινή της Κυριακής.

Είναι μέλος του Ελληνοτουρκικού Forum και του Ελληνορωσικού Συνδέσμου.