Παραπομπή της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για ΛΑΡΚΟ και Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία

Η Επιτροπή παραπέμπει την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για μη ανάκτηση ασυμβίβαστων ενισχύσεων από τη ΛΑΡΚΟ και την Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για μη συμμόρφωση με δύο αποφάσεις της Επιτροπής, του 2014 και του 2012, με τις οποίες διατασσόταν η ανάκτηση ασυμβίβαστων κρατικών ενισχύσεων από τη ΛΑΡΚΟ Α.Ε. και την Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία.
Τα κράτη μέλη πρέπει να ανακτούν ασυμβίβαστες κρατικές ενισχύσεις εντός της προθεσμίας που ορίζεται στις αποφάσεις της Επιτροπής και η οποία είναι συνήθως τετράμηνη. Αυτό είναι ουσιώδες, διότι οι καθυστερήσεις στην ανάκτηση παράνομων επιδοτήσεων διαιωνίζουν τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού τις οποίες προκάλεσαν οι ενισχύσεις.
Προκειμένου να διασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή των αποφάσεών της περί κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

ΛΑΡΚΟ

Η ΛΑΡΚΟ είναι ελληνική κρατική μεταλλευτική εταιρεία που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες για αρκετά έτη. Μεταξύ 2008 και 2011, της χορηγήθηκαν διάφορες κρατικές εγγυήσεις και το Δημόσιο συμμετείχε στην αύξηση κεφαλαίου της εταιρείας το 2009. Τον Μάρτιο του 2014, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, ελλείψει σχεδίου αναδιάρθρωσης ικανού να εξασφαλίσει την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης, τα εν λόγω μέτρα νόθευαν τον ανταγωνισμό στην ενιαία αγορά χωρίς να εξυπηρετούν κανέναν στόχο κοινού συμφέροντος και παραβίαζαν τους κανόνες της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων. Η απόφαση καλούσε την Ελλάδα να ανακτήσει το αδικαιολόγητο πλεονέκτημα ύψους περίπου 136 εκατ. EUR από τη ΛΑΡΚΟ.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Ελλάδα είχε κοινοποιήσει στην Επιτροπή την πρόθεσή της να πωλήσει ορισμένα περιουσιακά στοιχεία τα οποία είτε διαχειριζόταν η ΛΑΡΚΟ είτε ανήκαν σε αυτή. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σχεδιαζόμενη πώληση δεν θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση, εφόσον πραγματοποιούταν μέσω ανοικτών διαγωνισμών, αποκλείοντας έτσι κάθε οικονομική συνέχεια μεταξύ των παλαιών και των νέων ιδιοκτητών (βλ. SA.37954). Στην περίπτωση αυτή, ο αγοραστής δεν θα είχε την υποχρέωση να επιστρέψει την ασυμβίβαστη κρατική ενίσχυση.
Ωστόσο, περισσότερα από δύο έτη μετά την απόφαση, η Ελλάδα δεν έχει προχωρήσει ούτε με την πώληση ούτε με την ανάκτηση της ασυμβίβαστης κρατικής ενίσχυσης.

Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία

Η Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία, ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες για αρκετά έτη. Από το 2007 έως το 2009, οι ελληνικές αρχές χορήγησαν κρατική εγγύηση και αναδιάταξαν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις κοινωνικής ασφάλισης. Τον Φεβρουάριο του 2012, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι με τα εν λόγω μέτρα χορηγήθηκε στην Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία αδικαιολόγητο οικονομικό πλεονέκτημα χωρίς να αποκαθίσταται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της, κατά παράβαση των κανόνων της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων. Η Ελλάδα διατάχθηκε να ανακτήσει περίπου 37 εκατ. EUR από την εταιρεία (SA.26534).
Τον Ιούλιο του 2012, η Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία εισήλθε σε διαδικασία εκκαθάρισης. Τον Δεκέμβριο του 2015, η Ελλάδα αποφάσισε το πάγωμα αυτής της διαδικασίας, με σκοπό την επανενεργοποίηση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, χωρίς να έχει ανακτήσει τις ασυμβίβαστες ενισχύσεις.

Ιστορικό

Το άρθρο 16 παράγραφος 3 του κανονισμού 2015/1589 και η ανακοίνωση της Επιτροπής για την ανάκτηση ενισχύσεων (δελτίο Τύπου) προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει άμεσα και αποτελεσματικά να ανακτούν τις ασυμβίβαστες ενισχύσεις από τον αποδέκτη.
Προσφυγές κατά αποφάσεων της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ δεν αναστέλλουν την υποχρέωση των κρατών μελών για ανάκτηση ενίσχυσης που έχει θεωρηθεί ασυμβίβαστη (άρθρο 278 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ΣΛΕΕ).
Εάν ένα κράτος μέλος δεν εφαρμόσει απόφαση ανάκτησης, η Επιτροπή μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του άρθρου 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ.
Για τη συμμόρφωση με απόφαση της Επιτροπής που διατάσσει την ανάκτηση ασυμβίβαστων ενισχύσεων, τα δικαστήρια της ΕΕ απαιτούν η εκκαθάριση αφερέγγυων αποδεκτών να είναι σύμφωνη με τις εθνικές διαδικασίες πτώχευσης, οι απαιτήσεις ανάκτησης να εγγράφονται στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης και τα περιουσιακά στοιχεία να πωλούνται με τους όρους της αγοράς, ενώ ο αφερέγγυος αποδέκτης παύει τις δραστηριότητές του. Μια εταιρεία που ωφελήθηκε από ασυμβίβαστη ενίσχυση δεν μπορεί να λάβει νέα ενίσχυση έως ότου επιστρέψει πλήρως την προηγούμενη ασυμβίβαστη ενίσχυση.
Μια εταιρεία δεν μπορεί να αποφύγει την υποχρέωσή της για ανάκτηση δημιουργώντας θυγατρική που θα αναλάβει τις δραστηριότητές της ή μεταβιβάζοντας τα περιουσιακά στοιχεία της σε τρίτη εταιρία. Τα ευρωπαϊκά δικαστήρια έχουν καταστήσει σαφές ότι, όταν η ενίσχυση δεν έχει ανακτηθεί εξ ολοκλήρου από αφερέγγυο αποδέκτη και μια άλλη εταιρεία συνεχίζει όλες ή ορισμένες από τις δραστηριότητές της, η άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών (η λεγόμενη «οικονομική συνέχεια») μπορεί να παρατείνει τη νόθευση του ανταγωνισμού που προκαλείται από το πλεονέκτημα το οποίο χορηγήθηκε με την ενίσχυση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μια εταιρεία που συνεχίζει τις δραστηριότητες του αποδέκτη της ενίσχυσης, μπορεί, αν διατηρήσει το εν λόγω πλεονέκτημα, να υποχρεούται να επιστρέψει την ενίσχυση.