Ελλάδα ΕΕ

Γιατί πρέπει η Ε.Ε να επαναπροσδιορίσει την οπτική της απέναντι στην Ελλάδα;

Η κρίση στην Ευρωζώνη, ήρθε σαν ερώτηση στην Ε.Ε, περιμένοντας απάντηση για το αν αυτό που τόσες  δεκαετίες χτιζόταν, ήταν επαρκές για να μπορεί να αντιμετωπίσει κρίσεις εφάμιλλες της προαναφερθείσας. Η απάντηση, ήταν αρνητική. Στην πραγματικότητα, η κρίση της Ευρωζώνης, ήταν η αρχή για μια ευρύτερη κρίση που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή στην Ε.Ε. Τα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα κράτη-μέλη της Ε.Ε, (ακόμη και ισχυρά κράτη όπως είναι η Γαλλία) η προσφυγική-μεταναστευτική κρίση και η εμφάνιση του ισλαμικού φονταμενταλισμού, απέδειξαν πως η Ε.Ε, δεν είναι έτοιμη με βάση τις σύγχρονες προκλήσεις.

Μέσα σε όλα αυτά, αναμένουμε το βρετανικό δημοψήφισμα που θα καθορίσει το ευρωπαϊκό μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου και το ελληνικό ζήτημα, μοιάζει να εκκρεμεί. Σε κάθε περίπτωση, η Ε.Ε, είναι πλέον αναγκασμένη να ατενίσει τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει, χρησιμοποιώντας τη ρεαλιστική παρακαταθήκη, παραμερίζοντας τον ιδεαλισμό και τον οικονομισμό που δεν στάθηκαν αρωγοί τόσο στην ανάγνωση, όσο και στην αντιμετώπιση της σημερινής πραγματικότητας. Ο ολικός επαναπροσδιορισμός της Ε.Ε, είναι ζήτημα χρόνου. Ωστόσο μπορεί η Ελλάδα, να είναι η περίπτωση από την οποία μπορεί να λάβει χώρα αυτός.

Η Ελλάδα, είναι απαραίτητη για την Ε.Ε.

Η Ελλάδα, δε γίνεται να αποσπαστεί από όσα συμβαίνουν στην Γηραιά Ήπειρο, η οποία υπήρξε και πριν τις αρχές της δεκαετίας του ‘60 όπου και οι πρώτοι υπερεθνικοί θεσμοί συνεργασίας διαμορφώνονται στην Ευρώπη και έφτασαν στο να δημιουργήσουν την Ε.Ε. Η Ελλάδα, ανήκει γεωπολιτισμικά στην Ευρώπη. Κατέχοντας μια κρίσιμη –γεωπολιτικά- θέση, θα ήταν υπερβολή ακόμη και για τις ακραίες φωνές που κατά καιρούς λαμβάνουν χώρα στο διάλογο εντός της Ε.Ε (και δυστυχώς, πολλές από αυτές έχουν καθοριστικό λόγο στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα) να υποστηρίζεται οτι η Ελλάδα μπορεί να αποκλειστεί από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Ποια είναι όμως η ελληνική αξία; Το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, με τραγικό τρόπο, ήρθε να υπενθυμίσει στην Ε.Ε πως η γεωπολιτική, δεν μπορεί να αποκοπεί από τη γραφειοκρατία και από τον θεσμισμό. H E.E.καθώς και οι κοινωνίες των κρατών-μελών της, γίνονται αυτόπτες μάρτυρες μιας -κατ’ ευφημισμόν- διαπραγμάτευσης μεταξύ της Ε.Ε και της Τουρκίας για τους όρους συνεργασίας στο ζήτημα των προσφύγων. Η ομολογουμένως δυσχερέστατη θέση στην οποία βρίσκεται η Ε.Ε. οδηγεί τις κοινωνίες κρατών-μελών της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης σε πιο ακραίες μορφές ευρωσκεπτικισμού, που συνοδεύεται με ξενοφοβία.

Η Ε.Ε χρειάζεται την Ελλάδα σταθερή και ισχυρή, γι’αυτόν ακριβώς το λόγο. Αν η Ελλάδα είχε αντιμετωπιστεί διαφορετικά στο ζήτημα της δημοσιονομικής της προσαρμογής, θα μπορούσε να έχει μια πιο ενεργό παρουσία στο προσφυγικό ζήτημα. Η Τουρκία, θα παρέμενε «κλειδί» για τις προσφυγικές ροές, όμως η Ελλάδα θα είχε περισσότερους πόρους και κυρίως, περισσότερο πολιτικό χρόνο να αναλώσει πάνω σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Οι πολιτικές λύσεις, οφείλουν να προηγούνται από τις οικονομικές. Η αξιοποίηση της ολοένα και στενότερης περιφερειακής συνεργασίας της Ελλάδας με την Κύπρο, το Ισραήλ και εσχάτως με την Αίγυπτο από την πλευρά της Ε.Ε, όφειλε να τεθεί υπόψιν, όχι μόνο για το προσφυγικό ζήτημα, αλλά και γι’αυτό της ασφάλειας της Ε.Ε και την αποτροπή νέων τρομοκρατικών επιθέσεων σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. Η αναξιοπιστία της χώρας μας σε αρκετά ζητήματα, σαφώς και αποτελεί μια τροχοπέδη για την Ε.Ε προκειμένου να προβεί σε τέτοιους επαναπροσδιορισμούς, όμως ο συναγερμός είναι «κόκκινος» και η Ε.Ε. οφείλει πλέον να ξεπεράσει την όποια αχρωματοψία.

Ανατολική Μεσόγειος και Βαλκάνια

Η κρίση της Ουκρανίας, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή. Αν η κρίση της Συρίας επηρεάζει τα σύνορα της Ε.Ε δια θαλάσσης, (κυρίως) η κρίση της Ουκρανίας, πέραν της δημιουργίας ρήγματος μεταξύ Ε.Ε και Ρωσίας, επηρεάζει τις -μέχρι πρότινος- παγωμένες εθνοτικές συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στον Καύκασο και στα Βαλκάνια. Και εδώ, η Ελλάδα είναι αποφασιστικός παράγοντας σταθερότητας. Οι ακραίες φωνές στα Βαλκάνια, από την κρίση της Ουκρανίας και μετά, έχουν οξυνθεί. Παράδειγμα, η Αλβανία του Έντι Ράμα. Οι αλυτρωτισμοί των Σκοπίων και της Αλβανίας, σε συνδυασμό με την αντιπαραγωγική πολιτική των Σκοπίων στο μεταναστευτικό-προσφυγικό ζήτημα, καθιστούν τα ασταθή Βαλκάνια μια οιονεί απειλή για την Ε.Ε η οποία, δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίσει άλλη μια κρίση εντός της Γηραιάς Ηπείρου. Η Ελλάδα, οφείλει να στηριχθεί από την Ε.Ε έτσι ώστε να μπορέσει να γίνει τόσο μια ακόμη γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ Ε.Ε και Ρωσίας, (εκτός από την γερμανο-ρωσική επικοινωνία) όσο και για την ανάληψη πολιτικών που θα καταστήσουν τα Βαλκάνια ένα περιφερειακό υποσύστημα, το οποίο θα μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην αντιμετώπιση των παροντικών αλλά και –πιθανώς- επερχόμενων κρίσεων. Ο εγκλωβισμός προσφύγων και μεταναστών (νομίμων και παράνομων) στα Βαλκάνια, προκαλεί επικίνδυνες σκέψεις για το μέλλον της Ε.Ε η οποία, δεν έχει σκληρή ισχύ (ο Ευρωστρατός δε βρίσκεται καν σε εμβρυακό στάδιο) και από ό,τι φάνηκε στο Παρίσι, στην πρόληψη και αποτροπή ασύμμετρων απειλών, η Ε.Ε βρίσκεται ακόμη μακρυά από τα σύγχρονα δεδομένα. Η αξιοποίηση της ολοένα και εμβαθυνόμενης σχέσης της Ελλάδας και της Κύπρου με το Ισραήλ σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών, θα μπορούσε εξίσου να αξιοποιηθεί.

Ο χώρος στον οποίο βρίσκεται η Ελλάδα, είναι το σημείο τομής των κρίσεων που αντιμετωπίζει η Ε.Ε στα περιφερειακά υποσυστήματα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός και το ΙΚ είναι πολύ πιθανόν να αποκτήσουν ως «νέα πατρίδα» τη Λιβύη και η Ε.Ε υποχρεώνεται να στρέψει τη λήψη αποφάσεων στη γεωπολιτική και πιο συγκεκριμένα, στη μεσογειακή της πολιτική η οποία εδώ και καιρό, αναλώθηκε μονομερώς σε ζητήματα δημοσιονομικής πειθαρχίας για χώρες όπως είναι η Ελλάδα, η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία. Εξυπακούεται πως για όλα τα παραπάνω, που μόνο ως άξονες παρατίθενται, οφείλει η ίδια η ελληνική εξωτερική πολιτική να κρούσει τις σωστές θύρες και με τον σωστό τρόπο, ώστε να κερδίσει και τη γεωπολιτική της αναβάθμιση αλλά και την αξιοπιστία της.

*του Αλέξανδρου Θ. Δρίβα, Υποψήφιου διδάκτορα Διεθνών Σχέσεων & Συντονιστή του Τομέα Ρωσίας Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ) του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, μέλους του Ρωσικού Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων (RIAC Russian International Affairs Council)